Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Σουσαινταλ

Μετράμε τους σφυγμούς μας
μέσα σε θολωμένες φωτογραφίες
με κίτρινα βάρβαρα φώτα.

-Σιγά που θα μιλήσω εγώ για τη ματαιότητα
Έχω όλα μου τα δόντια κι έφαγα κρέας πριν λίγο
κι η μεγάλη μου τραγωδία που με στοιχειώνει
είναι που πνίγηκε πριν λίγο
ένα μυγάκι στο ουίσκι μου-

Η κατηγόρια δεν πάει στους φακούς
και στο φορ τζι
Είναι που πριν μοιραστείς ρε αδερφέ
την υπέρτατη εμπειρία του συνέρχεσθαι
ρώτησες ποιος έχει να σου βάλει ένα ευρώ
για να σου βγει να πάρεις δεύτερο ποτό

Κι υπάρχει κάπου μια ζωή
που βλέπεις γραμμή ορίζοντα
και σε κουράζει η ζωή επειδή είναι ζωή
Δεν σε βάζει κομμάτι κομμάτι στο κρεβάτι το βράδυ
η καταδίκη της ελευθερίας
θα πουλήσω τον χρόνο μου για να τον κάνω κάποτε πιο ανεκτό
ή θα καβαλήσω τα παιδικά μου χρόνια και θα πατάω όλη μέρα χώμα
και δεν θα αναρωτιέμαι κάθε πρωί που ξυπνάω
τι σκατά κάνω


Πριν από λίγο έπεσα από το μπαλκόνι
Βγήκα για λίγο, γιατί έπαιζε μια σκηνή με λεσβίες
κι ήθελα να σιγουρευτώ πως δεν ακούει η μάνα μου
να μη στεναχωρηθεί.

Αυτό το γραφτό δεν έχει μέτρο
κι αυτό με αφορά τόσο που σας το ανακοινώνω ότι το ξέρω
-δεν είμαι καμιά τυχαία , γράφω από τα 17 το ξεσταύρι μου-
πριν σας πω , πριν σου πω,
πως είμαι στο πεζοδρόμιο
με σπασμένα χέρια και  πόδια και σας γράφω απο κει

Μπράβο προνοητικότητα
Πήρα το κινητό μου μαζί για να μοιραστώ αυτές τις στιγμές μαζί σας
Τα δάχτυλά μου λειτουργούν ακόμη
κι ευτυχώς δηλαδή
γιατί η εμπειρία του θανάτου μου
είναι ό,τι πιο ενδιαφέρον έχω ζήσει ποτέ

Σήμερα τουλάχιστον δεν θα παλέψω με τον ύπνο
-μην ανησυχείτε, ανοίγω το app που κάνει recording
δεν θα τον χάσετε τον ρόγχο-
και δεν θα αναρωτιέμαι ενώ παλεύω να βολέψω
μία στο πλάι και μία ανάσκελα
αυτό που σέρνω πίσω μου
και μοιάζει με θλίψη
μοιάζει με θέληση
αλλά με ρουφάει

Περίμενα την στιγμή του θανάτου μου
ν'απαλλαγώ από την έμφυτη τάση μου να είμαι κλισέ

Δεν θέλω να μιλήσω για τους γονείς μου
γιατί δεν προλαβαίνω να κλάψω

Το παραλήρημά μου δεν θα το διακόψει κανένα ίου ίου

Α να ο γάτος μου με κοιτάει από το μπαλκόνι
Πρέπει να καταλάβει κι αυτός πως καλύτερα έτσι

Να έμενα να κάνω τι;

Δεν αισθάνομαι και τίποτα
εκτός κι αν πιω
Ξέμεινα από λεφτά ρε παιδιά και δεν μπορούσα να πιω,
τι να'κανα;

Και δεν υπήρχε και κανένας άνθρωπος οσοδήποτε μακρυά να πάω να τον βρω
Και δεν άντεχα που τέλειωνε ένας Αυγουστος
που με τόσους τρόπους πρόδωσα φέτος.

Είναι κουραστικό να γράφεις με σπασμένα χέρια
Αν επιβιώσω δεν ξέρω τι θα κάνω

Μάλλον θα περάσω μια βόλτα απο κει όταν γίνω καλά
Και μέχρι εκεί φτάνει η όποια προσδοκία μου από τη ζωή

Να εύχεσαι λοιπόν σε μερικές μέρες
να σου χτυπήσω την πόρτα και να μην έχω κάνει μεγάλη ζημιά στα χέρια μου
μπας και παίξουμε και κανά τραγουδάκι στο μπουζούκι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

δώδεκα αναπτήρες

Έτσι κι εγώ, που ως τώρα μ’εχω δει να στερεύω μ’έχω δει να μαντεύω ένα μέλλον αντίγραφο αγναντεύω την γλώσσα σου να γκρεμίζει τις ρίμες κ...