Όταν κλείνει πίσω μου
η πόρτα του σπιτιού σου,
κάνω πως πιστεύω στον Θεό
φοβικά παραπετάσματα
και
τόσες
αδικοχαμένες ομορφιές
κινδυνεύουμε να πεθάνουμε θνητοί.
Όταν κλείνει πίσω μου
η πόρτα του σπιτιού σου,
κάνω πως πιστεύω στον Θεό
φοβικά παραπετάσματα
και
τόσες
αδικοχαμένες ομορφιές
κινδυνεύουμε να πεθάνουμε θνητοί.
Η λέξη «απαρηγόρητος»
είναι η μόνη αληθινή
κλωτσιά στ’αρχίδια
της toxic positivity
και της ανθρωποβόρας
παραγωγικότητας
Μη μου πεις ότι δεν ήρθες στη δουλειά γιατί ήσουν άρρωστος,
πες μου “δεν ήρθα γιατί είμαι ερωτευμένος"Μάνος Χατζιδάκις
Εγώ ας πούμε σήμερα,
ξύπνησα θλυπημένη.
Ένιωσα θλύπη, λείπη, λίψη
Κι ύστερα με κατέβαλε
μία μελιγχολία, που έγιν΄ ελαγχολία
κι αν με ρωτάτε τώρα που βραδιάζει
νιώθω μια απέραντη απέραντη γλύπη.
Ας μιλήσουμε επιτέλους
για δάχτυλα,
για στόματα που γλείφουνε
τις μνήμες απ’τους τοίχους
Ας μιλήσουμε επιτέλους
για την νύχτα εκείνη,
που είχες μήνες να με δεις
και δεν σταμάτησες στιγμή
να με κοιτάς στο στόμα
Ας μιλήσουμε επιτέλους
ας δαγκώσουμε, ας καπνίσουμε
πάλι μέσα
στα μπαρ,
ας
φιλήσουμε,
ας ουρλιάξουμε υστερικά
«γαμώ τ’αφεντικά»
Kι ας κατασπαραχθούμε
λυρικά μέσα σ΄
ουράνια στόματα.
Τρίτη φορά στο σούπερ μάρκετ που δεν βρήκα ροκφόρ ούτε μπλου τσιζ συσκευασμένο, πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να περιμένω διάφορους ανθρωπάκους να προμηθευτούν τα τυριά τους.
Κάνω το απονενοημένο λοιπόν, ενώ ταυτόχρονα κάθε μέρα είναι
μια μικρογραφία της ζωής. Κάθε αναμονή, κάθε «τι ώρα πήγε;», κάθε «θε μου πως
περνάει έτσι ο χρόνος»,
είναι μια μικρή αναπαράσταση του πεπερασμένου. Βέβαια αν είναι πεπερασμένη η
ζωή, θα είναι πεπερασμένη και η απελπισία.
Εντωμεταξύ οι ανθρωπάκοι περιμένουν και κόβουν, κόβουν και
περιμένουν. Κι εγώ που έχω δουλέψει πάνω από τις μισές Κυριακές της ενήλικης
ζωής μου, πιστεύω για μια δυο στιγμές, σχεδόν ανταριασμένα, πως είναι ταπείνωση
να περιμένω πάνω από είκοσι δευτερόλεπτα για να έχω πρόσβαση σε κάτι τόσο απλό:
ένα τριγωνάκι μπλου τσιζ.
Άρα πάλι δεν θα πάρω ροκφόρ, και θα φύγω ψιθυρίζοντας,
αρκούντως δυνατά, με την ελπίδα να με ακούσει έστω και ένας ανθρωπάκος σαν
εμένα
σαν εμένα
σαν εμένα
«ποιον πρέπει να γαμήσω για λίγο ροκφόρ».
Φοβάμαι
πως καμιά
φορά ξεχνάμε το κυριολεκτικό νόημα της λέξης «εξαντλούμαι».
«Εξαντλούμαι» λοιπόν πάει να πει πως αδειάζει εκείνο το ασημί συννεφένιο ποτηράκι που μέσα
του είναι οι θάλασσες και η ποίηση.
Εξαντλούμαι σημαίνει πως στερεύει η λιμνούλα που μέσα της
επιπλέει η έμπνευση και η αβαρεσιά.
Θυμάμαι εκείνον τον πατέρα που μου’λεγε, με περηφάνια ο
χαζός, πως η κόρη του πήζει στη δουλειά. «Είμαι πηγμένος» λοιπόν σημαίνει πως
δεν έχει μείνει όρθια καμία εσωτερική διαδρομή, πως μέσα μου στέκουν άκαμπτα
αγκωνάρια που δεν αφήνουν να περάσει τίποτα.
«Πήζω» θα πει πως όλες οι Κυριακές της ζωής μας, όλοι οι
βιαστικοί πρωινοί καφέδες, όλες οι φορές που μας έφτασε η ψυχή στο στόμα, όλες
οι νύχτες που τις σπρώξαμε για να έρθει το αύριο και το μετά και το σουκού και
ο Αύγουστος και η παραμονή Πρωτοχρονιάς, μας εκδικούνται, μας φράσουν, μέχρι
που να μην ρέει, να μην δονείται τίποτα πέρα από άνευρη, άνευρη, άνευρη, άνευρη
καύλα.
Προσκύνα τον. Κατάγεται από γενιά ληστών Οι πρόγονοί του σαπίζουν στα μάρμαρα κι ο νεροχύτης σου είναι τσίγκινος, μαλάκα Λοιπόν, αν θέλουμε...