Για κάθε νύχτα
απύθμενης θλίψης
κι απελπισίας
ρουτινιασμένης
και ξίδια χιτζάζ
ενώ ξημερώνει
κι αύριο πρέπει πάλι
να ξυπνήσεις νωρίς
μια χ α ρ α κ ι ά
στις σάρκες των αστών.
Για κάθε νύχτα
απύθμενης θλίψης
κι απελπισίας
ρουτινιασμένης
Ας μιλήσουμε επιτέλους
για δάχτυλα,
για στόματα που γλείφουνε
τις μνήμες απ’τους τοίχους
Ας μιλήσουμε επιτέλους
για την νύχτα εκείνη,
που είχες μήνες να με δεις
και δεν σταμάτησες στιγμή
να με κοιτάς στο στόμα
Ας μιλήσουμε επιτέλους
ας δαγκώσουμε, ας καπνίσουμε
πάλι μέσα
στα μπαρ,
ας
φιλήσουμε,
ας ουρλιάξουμε υστερικά
«γαμώ τ’αφεντικά»
Kι ας κατασπαραχθούμε
λυρικά μέσα σ΄
ουράνια στόματα.
Τρίτη φορά στο σούπερ μάρκετ που δεν βρήκα ροκφόρ ούτε μπλου τσιζ συσκευασμένο, πράγμα που σημαίνει πως πρέπει να περιμένω διάφορους ανθρωπάκους να προμηθευτούν τα τυριά τους.
Κάνω το απονενοημένο λοιπόν, ενώ ταυτόχρονα κάθε μέρα είναι
μια μικρογραφία της ζωής. Κάθε αναμονή, κάθε «τι ώρα πήγε;», κάθε «θε μου πως
περνάει έτσι ο χρόνος»,
είναι μια μικρή αναπαράσταση του πεπερασμένου. Βέβαια αν είναι πεπερασμένη η
ζωή, θα είναι πεπερασμένη και η απελπισία.
Εντωμεταξύ οι ανθρωπάκοι περιμένουν και κόβουν, κόβουν και
περιμένουν. Κι εγώ που έχω δουλέψει πάνω από τις μισές Κυριακές της ενήλικης
ζωής μου, πιστεύω για μια δυο στιγμές, σχεδόν ανταριασμένα, πως είναι ταπείνωση
να περιμένω πάνω από είκοσι δευτερόλεπτα για να έχω πρόσβαση σε κάτι τόσο απλό:
ένα τριγωνάκι μπλου τσιζ.
Άρα πάλι δεν θα πάρω ροκφόρ, και θα φύγω ψιθυρίζοντας,
αρκούντως δυνατά, με την ελπίδα να με ακούσει έστω και ένας ανθρωπάκος σαν
εμένα
σαν εμένα
σαν εμένα
«ποιον πρέπει να γαμήσω για λίγο ροκφόρ».
Φοβάμαι
πως καμιά
φορά ξεχνάμε το κυριολεκτικό νόημα της λέξης «εξαντλούμαι».
«Εξαντλούμαι» λοιπόν πάει να πει πως αδειάζει εκείνο το ασημί συννεφένιο ποτηράκι που μέσα
του είναι οι θάλασσες και η ποίηση.
Εξαντλούμαι σημαίνει πως στερεύει η λιμνούλα που μέσα της
επιπλέει η έμπνευση και η αβαρεσιά.
Θυμάμαι εκείνον τον πατέρα που μου’λεγε, με περηφάνια ο
χαζός, πως η κόρη του πήζει στη δουλειά. «Είμαι πηγμένος» λοιπόν σημαίνει πως
δεν έχει μείνει όρθια καμία εσωτερική διαδρομή, πως μέσα μου στέκουν άκαμπτα
αγκωνάρια που δεν αφήνουν να περάσει τίποτα.
«Πήζω» θα πει πως όλες οι Κυριακές της ζωής μας, όλοι οι
βιαστικοί πρωινοί καφέδες, όλες οι φορές που μας έφτασε η ψυχή στο στόμα, όλες
οι νύχτες που τις σπρώξαμε για να έρθει το αύριο και το μετά και το σουκού και
ο Αύγουστος και η παραμονή Πρωτοχρονιάς, μας εκδικούνται, μας φράσουν, μέχρι
που να μην ρέει, να μην δονείται τίποτα πέρα από άνευρη, άνευρη, άνευρη, άνευρη
καύλα.
Τώρα που οι νομισματικές ενώσεις
οι διεθνείς εμπορικές αλυσίδες,
τ'αζάλιστα παραγωγικά πρωινά
τα δημιουργικά κυριακάτικα απογεύματα,
οι κέτο διατροφές
τα γυμναστήρια
και τα εγχειρίδια αυτοβελτίωσης,
έχουν νικήσει τον ρομαντισμό
κατά κράτος -αστικό-
Πώς να σου πω,
χωρίς να κινδυνέψει
η σύγχρονη αυτάρκεια του ατόμου μου,
πως κάθε που σ'αποχωρίζομαι
ρημάζω;
Προσκύνα τον. Κατάγεται από γενιά ληστών Οι πρόγονοί του σαπίζουν στα μάρμαρα κι ο νεροχύτης σου είναι τσίγκινος, μαλάκα Λοιπόν, αν θέλουμε...